
Η παραίτηση του Στέργιου Καλπάκη από τη θέση του γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ήρθε να επιβεβαιώσει αυτό που εδώ και καιρό μοιάζει προφανές: η ελληνική Αριστερά δεν βρίσκεται σε κρίση· βρίσκεται σε κατάσταση πολιτικής αποσύνθεσης. Περιμένει τα «αποκαλυπτήρια» του κόμματος «Αλέξης Τσίπρας» σαν να πρόκειται για μνημείο ιστορικής αποκατάστασης. Και η ίδια η λέξη «αποκαλυπτήρια» που χρησιμοποιούν τα κανάλια παραπέμπει περισσότερο σε ανδριάντα παρά σε πολιτικό γεγονός. «Να ’χουμε, να θυμόμαστε». Μόνο που η κοινωνία δεν ζητά ανάμνηση· ζητά διέξοδο.
Στο μεταξύ, ο χώρος θυμίζει πολιτικό εξανδραποδισμό. Κανείς δεν ξέρει πού ανήκει, ποιον ακολουθεί και τι ακριβώς υπερασπίζεται. Ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει πλέον λιγότερο με κόμμα και περισσότερο με αίθουσα αναμονής μέχρι να μιλήσει ο Τσίπρας. Η ηγεσία Σωκράτη Φάμελλου προσπαθεί να κρατήσει όρθιο έναν μηχανισμό που αδειάζει καθημερινά από πολιτικό περιεχόμενο, στελέχη και αξιοπιστία.
Κι εκεί εμφανίζεται ο Παύλος Πολάκης, η πιο χαρακτηριστική ίσως μορφή της μετάλλαξης της ελληνικής Αριστεράς σε τηλεοπτικό θυμό. Διαγραφές, επιστροφές, εσωκομματικές συγκρούσεις, προσωπικοί στρατοί στο διαδίκτυο, πολιτική αψιμαχία χωρίς πολιτική πρόταση. Ο Πολάκης εκφράζει ένα κομμάτι βάσης που νιώθει προδομένο, εγκαταλελειμμένο και οργισμένο. Όμως, η οργή από μόνη της δεν συνιστά πολιτική. Είναι εκτόνωση. Και η Αριστερά δεν μπορεί να υπάρξει ως διαρκές ξέσπασμα στο Facebook ούτε ως υποκατάστατο καφενειακής αγανάκτησης.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου κινείται σαν μοναχικός αστεροειδής πάνω από τα συντρίμμια του χώρου, απορροφώντας απογοητευμένους ψηφοφόρους χωρίς όμως να συγκροτεί συλλογικό σχέδιο εξουσίας. Ο Γιάνης Βαρουφάκης συνεχίζει να υπόσχεται θεωρητική επανάσταση με όρους σεμιναρίων για μεταπτυχιακούς(!), ενώ η Νέα Αριστερά μοιάζει να εξαφανίστηκε πριν καν αποκτήσει κοινωνική ταυτότητα. Τα «παλικάρια της φακής» που θα έφερναν το νέο πολιτικό ήθος σήμερα αναζητούν απλώς εκλογική σανίδα σωτηρίας.
Κι οι παλιοί μηχανισμοί; Οι ευρωκομμουνιστές του παλιού ΣΥΝ, οι θεωρητικοί της «ανανεωτικής Αριστεράς», οι αιώνιοι κομματικοί παράγοντες, μιλούν ακόμα για «συγκλίσεις» και «προοδευτικά μέτωπα», λες και το πρόβλημα είναι οργανωτικό. Δεν είναι. Είναι υπαρξιακό.
Γιατί η κοινωνία κουράστηκε να ακούει για Αριστερά από ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με την παραγωγή, την εργασία και τη συλλογική ευθύνη. Χωρίς συμμετοχή των εργαζομένων στις αποφάσεις, χωρίς κοινωνικό έλεγχο, χωρίς λογοδοσία, χωρίς πραγματική δημοκρατία στους χώρους δουλειάς, η Αριστερά καταντά επάγγελμα. Ένα επάγγελμα κρατικοδίαιτων στελεχών, συνδικαλιστών που επιβίωσαν από κάθε εξουσία και πολιτικών που πλούτισαν εμπορευόμενοι την «ελπίδα».
Ακόμη και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας μοιάζει περισσότερο με μουσείο ιστορικής μνήμης παρά με δύναμη κοινωνικής ανατροπής. Ένα μαυσωλείο πολιτικής καθαρότητας, όπου η επαναστατική ρητορική συνυπάρχει άνετα με κοινοβουλευτικές απολαβές, ιδιοκτησίες και μια αυτάρεσκη βεβαιότητα ότι η κοινωνία αργά ή γρήγορα θα δικαιώσει την ακινησία.
Η «κυβερνώσα Αριστερά» τελικά κυβέρνησε χωρίς να αλλάξει τίποτα ουσιαστικό. Υπέγραψε μνημόνια, διαχειρίστηκε εξαρτήσεις, επένδυσε στην επικοινωνία και κατέληξε να ζητά «πατριωτική εισφορά» από 1499 ΑΦΜ μεγαλοεπιχειρηματιών, αντίληψη που θυμίζει «βόηθά με, φτωχέ, να μη σου μοιάσω»!
Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα ιδρυθεί νέο κόμμα Τσίπρα. Είναι αν υπάρχει ακόμη κοινωνική ανάγκη για μια Αριστερά που να σημαίνει δουλειά, συμμετοχή, ευθύνη, παραγωγή και λογοδοσία ή αν ο χώρος έχει μετατραπεί οριστικά σε θέατρο προσωπικών στρατηγικών και μηχανισμών.
Αν δεν απαντηθεί αυτό, τότε όσα κόμματα κι αν ιδρυθούν, όσα «αποκαλυπτήρια» κι αν στηθούν, η ελληνική Αριστερά θα συνεχίσει να βυθίζεται στην κινούμενη άμμο της ιστορικής της αποτυχίας.
Δημήτρης Μητρόπουλος
